Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

ΑΛΕΚΟΣ ΑΡΑΠΑΚΗΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣΤΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΟΛΙΟΥ


Συνεργάστηκαν
Μαρία Πριόνα (έρευνα-κείμενα)
Ιωάννα Κανάρια (απομαγνητοφώνηση συνεντεύξεων)
Δημήτρης Μπαρσάκης (έρευνα-κείμενα-επιμέλεια)

Συμμετείχαν
Σοφία Αγουρίδα, Ευδοξία Βασιλείου, Ιωάννα Καλογήρου, Ιωάννα Τσίρη, Νίκος Ρουσόδημος

(Φωτ. αρχείο οικογένειας Παύλου-Αραπάκη)

ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 90 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΑ ΨΑΧΝΑ ΚΑΙ Η ΦΗΜΗ ΤΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΑ ΠΕΡΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Παλιότερα, όταν δεν υπήρχε ακόμη η τηλεόραση και το ραδιόφωνο, μόνο οι κορυφαίοι από τους παραδοσιακούς τραγουδιστές και οργανοπαίχτες ήταν δυνατό να ξεπεράσουν τα στενά τοπικά τους όρια και από στόμα σε στόμα να ακουστεί ευρύτερα το όνομά τους. Ένας απ' αυτούς ήταν ο βιολιτζής Αλέκος Αραπάκης από τα Ψαχνά, που χάρη στο σπάνιο ταλέντο του έγινε από μικρή ηλικία γνωστός, παίζοντας σε γιορτές και πανηγύρια της ελληνικής επαρχίας.

Αργότερα βέβαια, όταν παράλληλα με τη δισκογραφία εξελίχθηκε το ραδιόφωνο και έφτασε η τηλεόραση σ' όλα τα σπίτια, η φήμη του Αραπάκη εξαπλώθηκε τόσο που ξεπέρασε και τα σύνορα της χώρας μας. Κι όμως, όλο και λιγότεροι και μοιραία μεγάλης ηλικίας άνθρωποι είναι αυτοί που τον θυμούνται και λίγοι, επίσης, είναι σε θέση σήμερα να εκτιμήσουν την τεράστια προσφορά του στην ελληνική παραδοσιακή μουσική.

Κι ενώ έχουν περάσει πέντε χρόνια αφότου ο Αλέκος Αραπάκης έφυγε απ' τη ζωή, μόνο ένα προγενέστερο, σχετικά πρόχειρο και με σημαντικές ανακρίβειες βιογραφικό του κυκλοφορεί (και ανακυκλώνεται) στο διαδίκτυο, όπως επίσης ένα και μοναδικό άρθρο που είχε δημοσιευθεί στην "Ελευθεροτυπία" λίγες ημέρες μετά το θάνατό του - ας είναι καλά ο μουσικολόγος Γιώργος Παπαδάκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό το μεγάλο και άδικο κενό επιχειρούμε να καλύψουμε, συγκεντρώνοντας και αξιολογώντας όλα τα ευρισκόμενα στοιχεία και παράλληλα αντλώντας άγνωστες έως τώρα πληροφορίες μέσα από συνεντεύξεις και μαρτυρίες του φιλικού, καλλιτεχνικού, οικογενειακού και συγγενικού περιβάλλοντος του αείμνηστου Αλέκου Αραπάκη.

Για την πολύτιμη βοήθειά τους σε τούτο το εγχείρημα, ευχαριστούμε θερμά τον στενό του φίλο κ. Αλέκο Καραχάλιο και τον οικογενειακό του φίλο κ. Ανέστη Μπαρσάκη από τα Ψαχνά, τον κ. Φώτη Βέττα από την Καστέλλα, τον αδελφό του, κ. Δημήτρη Παύλου-Αραπάκη, τον γιο του, κ. Βασίλη Παύλου, την ανιψιά του και πρώην βουλευτή, κ. Δήμητρα Αράπογλου, τον μεγάλο ερμηνευτή του Δημοτικού μας τραγουδιού και επί δεκαετίες συνεργάτη του, κ. Χρόνη Αηδονίδη, τον μουσικολόγο κ. Γιώργο Παπαδάκη και οπωσδήποτε τη σύζυγο και τις αδελφές του για τη διάθεση ορισμένων σπάνιων φωτογραφιών που πρώτη φορά βλέπουν το φως της δημοσιότητας.


Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Ο Αλέξανδρος Παύλου ή Αραπάκης, όπως ακριβώς αναγραφόταν το όνομά του στο δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας, ανήκε στην πέμπτη γενιά μιας οικογένειας παραδοσιακών μουσικών με καταγωγή από τη Σούρπη του Αλμυρού Βόλου. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Παύλου, αλλά στον κόσμο ήταν γνωστός με το παρωνύμιο Αραπάκης, το οποίο κληρονόμησε από τον πατέρα του και οφειλόταν προφανώς στο μελαψό τους χρώμα.

Πατέρας του ήταν o επίσης ξακουστός βιολιτζής Γιώργος Παύλου-Αραπάκης, που έφυγε από τη Σούρπη σε ηλικία 18 χρονών και ο δρόμος του τον έφερε στα Ψαχνά της Εύβοιας. Εκεί παντρεύτηκε με τη Βασιλική Ντάβου γύρω στα 1915, με την οποία απέκτησαν επτά παιδιά, τέσσερα κορίτσια και τρία αγόρια. Το τέταρτο κατά σειρά παιδί ήταν ο Αλέκος, που γεννήθηκε το 1921.

Το μουσικό ταλέντο του Αλέκου Αραπάκη εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς. Πριν καλά-καλά πάει στο Δημοτικό σχολείο, έπαιζε μαντολίνο, αλλά πολύ σύντομα άφησε το μαντολίνο κι έπιασε το βιολί, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα και του παππού του, που ήταν και οι δάσκαλοί του. Τελειώνοντας το Δημοτικό, ήταν κιόλας ένας επαγγελματίας βιολιτζής και τον καλούσαν να παίζει σε γάμους και πανηγύρια με διάφορες μουσικές κομπανίες.

Ο πατέρας του  Αλέκου, Γιώργος Παύλου-Αραπάκης, παίζοντας με το βιολί του σε μαγαζί της εποχής (αρχείο οικογένειας Παύλου-Αραπάκη).

Η εξέλιξή του υπήρξε εντυπωσιακή και, πριν ακόμη κλείσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του, το όνομά του συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα ονόματα των δημοφιλών οργανοπαιχτών της εποχής. Την περίοδο αυτή και συγκεκριμένα το 1948, έχοντας φτάσει σε ηλικία 27 ετών, παντρεύτηκε τη Ζαχαρού Μποϊντά από την Αμάρυνθο (Βάθια) της Εύβοιας και μετοίκησε από τα Ψαχνά στο χωριό της γυναίκας του. Καρπός του γάμου του ήταν οι δύο γιοι του, ο Γιώργος και ο Βασίλης.

Αφού έζησε στην Αμάρυνθο για 13 χρόνια κι η φήμη του όλο μεγάλωνε, αποφάσισε το 1961 να εγκατασταθεί οικογενειακώς στην Αθήνα, μένοντας αρχικά στο Κουκάκι και από το 1963 μόνιμα στο Χαϊδάρι. Στην Αθήνα έπαιζε πλέον στα γνωστά μεγάλα μαγαζιά της εποχής και συνεργάστηκε με τα πιο σημαντικά ονόματα της παραδοσιακής μουσικής.

Το χάρισμά του να αφομοιώνει ταχύτατα και να ερμηνεύει με μοναδική άνεση όλους ανεξαιρέτως τους μουσικούς σκοπούς από κάθε γωνιά της Ελλάδας, τον έκανε περιζήτητο. Από το 1970 έως το 1976, ήταν υπεύθυνος ορχήστρας και πρώτο βιολί στο ονομαστό Θέατρο παραδοσιακών Χορών της Νέλλης Δημόγλου. Ιδιαίτερα δημιουργική ήταν στη συνέχεια η επί σειρά πολλών ετών συνεργασία του με τη Δόμνα Σαμίου, την οποία συνόδευε και στη δισκογραφία και σε πλήθος συναυλιών εντός και εκτός Ελλάδας.

Αλέκος Αραπάκης, Δόμνα Σαμίου και Jehudi Menuhin, κατά τα γυρίσματα της εκπομπής «Le Grand Échiquier», στην Καισαριανή το 1977 (αρχείο Δόμνας Σαμίου).

Πραγματοποίησε περιοδείες σε τουλάχιστον 20 κράτη και μάλιστα κατ' επανάληψη στα πιο πολλά από αυτά. Παράλληλα, συμμετείχε συνολικά σε περισσότερες από 1500 εκπομπές της κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης και έχει ηχογραφήσει περισσότερα από 2000 τραγούδια. Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί ότι είχε παίξει τόσο στο Ηρώδειο όσο και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Ενδεικτικό της μεγάλης του αναγνώρισης είναι και το γεγονός ότι προσκλήθηκε να παίξει μαζί με τον θρυλικό βιολιστή Jehudi Menuhin (Γιεχούντι Μενουχίν) σε μια διαφημιστική ηχογράφηση στη Γαλλία.

Ο Αλέκος Αραπάκης δεν άφησε στιγμή το αγαπημένο του βιολί έως το τέλος της ζωής του. Απεβίωσε στις 12 Ιανουαρίου 2006 στην Αθήνα, σε ηλικία 85 ετών.


Αλέκος Αραπάκης:
"ΑΝ ΜΟΥ ΠΑΡΕΤΕ ΤΟ ΒΙΟΛΙ, ΘΑ ΜΕ ΔΕΙΤΕ ΜΕ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ!"

Προσκεκλημένος ο Αλέκος Αραπάκης το 1999 (σε ηλικία 78 χρονών τότε) στην εκπομπή της ΕΤ1 ''Συν και Πλην'' και απαντώντας σε ερωτήσεις της παρουσιάστριας (Λένας Αρώνη), αναφέρθηκε σε διάφορα θέματα της ζωής και της τέχνης του. Από την εκπομπή αυτή, απομονώσαμε και δημοσιεύουμε εδώ κάποια χαρακτηριστικά του λόγια:

Για τις ρίζες του
"Από την κούνια μου άκουγα όλο βιολιά, κλαρίνα, σαντούρια, φλογέρες και νταούλια… Ο πατέρας μου ήταν από τους καλύτερους βιολιτζήδες της εποχής του. Και από της παλαιότερης εποχής, ήταν ο παππούς μου, ο Μπάρμπα-Θανάσης".

Για τις συναυλίες στο εξωτερικό
"Μας καλούνε διάφοροι σύλλογοι σε Αμερική, σε Αυστραλία, σε Καναδά… και μας ακριβοπληρώνουνε, γιατί διψάνε για το ελληνικό τραγούδι. Μας παίρνουν και στα σπίτια τους, μας λέει ο καθένας ότι απόψε θα έρθετε να σας κάνω το τραπέζι εγώ και θα σας φιλοξενήσω στο σπίτι μου. Την άλλη μέρα ο άλλος, την άλλη ο άλλος, δεν ξέρουμε που να πρωτοπάμε. Τόση αγάπη… μέχρι που μας ξεπροβοδίζουνε στο αεροδρόμιο".

Για τη σχέση του με το βιολί
"Τσακώνομαι και με την σύζυγό μου και με τα παιδιά μου που μου λένε: Τι θέλεις και πας και παίζεις; Γιατί πας και παίζεις; Έχεις ανάγκη από χρήματα; Κι εγώ τους λέω ότι αν μου πάρετε το βιολί, μετά από μία εβδομάδα θα με δείτε με μπαστούνι, γέρο!".


ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΣΥΓΓΕΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ

ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΚΛΗΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΓΛΕΝΤΙΑ
Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '30 μας ταξίδεψε ο δικηγόρος κ. Ανέστης Μπαρσάκης από τα Ψαχνά, που μας έδωσε πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την οικογένεια και τις συνθήκες όπου έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια ο Αλέκος Αραπάκης. Ας τον ακούσουμε:

"Με την οικογένεια του Αλέκου είχαμε πολύ στενές σχέσεις. Ο πατέρας μου, ο Δημήτριος Μπαρσάκης ή Μητσέας, είχε στενή φιλία με τον Γιώργο Παύλου-Αραπάκη. Εκτός αυτού, ο πατέρας μου του είχε βαφτίσει και μία από τις κόρες του, τη Σταματούλα, ενώ τον Αλέκο τον είχε βαφτίσει ένας κοινός μας οικογενειακός φίλος, ο Σπύρος Τζαβάρας. Επτά παιδιά είχε ο Γιώργος Αραπάκης, που κατά σειρά γέννησης ήταν ο Θανάσης, η Ελένη, η Βούλα, ο Αλέκος, η Φρόσω, ο Δημήτρης και η Σταματούλα. Έμεναν κοντά στο ναό του Αγίου Νικολάου, στο στενάκι που σήμερα είναι η οδός Ανδρούτσου και ήταν πολύ αγαπημένοι, πολύ δεμένοι σαν οικογένεια, έβγαζαν μεταξύ τους μια μεγάλη αλληλεγγύη. Ήταν και πάρα πολύ προκομμένοι άνθρωποι.

Σε αγροτικές δουλειές πήγαιναν και δούλευαν, αλλά παρά τη σκληρή δουλειά, παρά το μόχθο και την τόση κούραση, έβρισκαν πάντα τον καιρό και τη διάθεση να διασκεδάζουν. Τη γλεντούσαν και τη χαιρόντουσαν τη ζωή τους κι ας ήταν δύσκολα τα πράγματα. Για να καταλάβετε, μια κότα μπορεί να είχαν μαγειρέψει κι έκαναν γλέντι που βάσταγε μέχρι και δυο και τρεις ημέρες. Θυμάμαι και κάποιες φορές που έσμιγαν στο σπίτι μας και με έστελναν να πάω να ζητήσω το βιολί από την κυρα-Βασιλική. Το έφερνα τρέχοντας κι άρχιζε το γλέντι. Ο πατέρας, ο Γιώργος Αραπάκης, ήταν ένας βιρτουόζος βιολιστής, σε μάγευε το παίξιμό του. Και τον διαδέχτηκε ο Αλέκος, που έχοντας ένα τέτοιο δάσκαλο από μικρός, αλλά και χάρη στο μεγάλο, το έμφυτο ταλέντο του, ήταν επόμενο να ανέβει πολύ ψηλά και πολύ γρήγορα μάλιστα ".

ΤΟΝ ΑΓΑΠΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΖΑΝ ΟΛΟΙ ΣΤΑ ΨΑΧΝΑ
Ως μουσικός, ο Αλέκος Αραπάκης, ήδη από την αρχή της καριέρας του στα Ψαχνά, είχε κερδίσει το θαυμασμό όλων των συγχωριανών του. Ως άνθρωπος, επίσης, ήταν σε όλους αγαπητός, κι όλοι μιλούσαν και μιλάνε με τα καλύτερα λόγια για το σεμνό, φιλικό και καλοδιάθετο χαρακτήρα του.

Συζητήσαμε με τον Ψαχνιώτη καλό του φίλο και κουμπάρο του, κ. Αλέκο Καραχάλιο, ο οποίος ήταν περίπου συνομήλικός του κι έζησαν πολλά μαζί, όσο ο Αλέκος Αραπάκης έμενε στα Ψαχνά. Αλλά και αργότερα, μας είπε, όταν ο Αλέκος παντρεύτηκε κι έμεινε στην Αμάρυνθο, πάντα γύριζε στους φίλους του στα Ψαχνά και δεν έλειπε από κανένα μεγάλο πανηγύρι της περιοχής. Και την Αμάρυνθο, βέβαια, την είχε μέσα στην καρδιά του και η επιθυμία του μάλιστα ήταν, άμα φτάσει το τέλος του, να τον θάψουν εκεί, στο χωριό της αγαπημένης του γυναίκας, όπως κι έγινε.

Ο κ. Φώτης Βέττας, ο οποίος ζει στη γειτονική Καστέλλα, μπορεί να μην ανήκε στο χώρο των στενών φίλων του Αλέκου Αραπάκη, αλλά αντιπροσωπεύει όλο εκείνο το πλήθος των ντόπιων θαυμαστών του, που δεν έχαναν ευκαιρία να τον ακούσουν να παίζει στα πανηγύρια των Ψαχνών και των γύρω χωριών.

Όπως μας είπε, εκτός από τη μοναδική μαστοριά του στο βιολί, του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση και το πόσο φιλικός και καλοσυνάτος άνθρωπος ήταν. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι στα πανηγύρια ο Αραπάκης έβγαζε μια αληθινή χαρά από μέσα του, κι ήταν φανερό ότι αυτή τη χαρά τού την έδινε η επικοινωνία του με τον κόσμο. Και μάλιστα, επειδή υπήρχε και αρκετή φτώχια, συνήθιζε να κερνάει τις παρέες που καταλάβαινε πως ήταν φτωχαδάκια, κι ας μην τους ήξερε.

ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΑΨΟΓΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
Ο κ. Δημήτρης Παύλου-Αραπάκης, ο μικρότερος αδελφός του Αλέκου, ο οποίος είναι και έξοχος κιθαρίστας, μας μίλησε για την εκτίμηση που έτρεφε στον αδελφό του και τη βαθιά αγάπη που υπήρχε μεταξύ τους:
Ο Αλέκος Αραπάκης (αριστερά) και δίπλα του ο αδελφός του Δημήτρης, σε μια σκηνή από την τηλεοπτική σειρά "Το μινόρε της αυγής" (1983-4), όπου έπαιζαν μαζί με τη Δόμνα Σαμίου.

"Ήμαστε πολύ αγαπημένοι, πολύ δεμένα όλα τα αδέλφια και συναντιόμασταν πολύ συχνά εδώ στην Αθήνα. Εγώ ήμουν πιο μικρός από τον Αλέκο και μου είχε μεγάλη αδυναμία. Αμέτρητες φορές με είχε πάρει μαζί του, να τον συνοδεύω με την κιθάρα μου. Πάντα τον καμάρωνα! Θεωρώ πως ήταν
άριστος, ένας άψογος μουσικός!".

Η ΣΤΕΡΝΗ ΤΟΥ ΔΟΞΑΡΙΑ ΗΤΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ
Ο κ. Βασίλης Παύλου, γιος του Αλέκου Αραπάκη, μας είπε για ένα συγκινητικό, τρυφερό γεγονός που συνέβη λίγο πριν κλείσει τα μάτια του ο πατέρας του:
"Όταν ήταν στα τελευταία του, ζήτησε το βιολί κι έπαιξε τότε βουρκωμένος το Σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία, που το αφιέρωσε στη γυναίκα του, τη μάνα μου".
Πληροφορηθήκαμε ακόμη από το γιο του Αλέκου Αραπάκη ότι ο πατέρας του σαν δάσκαλος είχε πολλούς μαθητές, αλλά είχε κι ένα μαθητή που δεν του έπαιρνε ποτέ δίδακτρα. Αντίθετα, ο ίδιος τον πλήρωνε κάθε φορά που του έκανε μάθημα στο βιολί. Ήταν βλέπεις ο εγγονός του, ο Αλέξανδρος.

ΕΔΙΝΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΟΤΑΝ ΕΠΑΙΖΕ
Ανιψιά του Αλέκου Αραπάκη (κόρη της αδελφής του Βούλας), είναι η πρώην βουλευτής κ. Δήμητρα Αράπογλου, η οποία μοιράστηκε μαζί μας τις αναμνήσεις που έχει από τον θείο της:

"Από πολύ μικρή χαιρόμουν να τον βλέπω να παίζει βιολί, και ας μην άκουγα - είμαι κωφή βλέπετε. Έδινε όλη του την ψυχή όταν έπαιζε, ήταν αληθινά ένας μεγάλος καλλιτέχνης και η σχέση του με το βιολί, αυτό το πάθος του, παρέμεινε ίδιο έως το τέλος, αναλλοίωτο από το χρόνο.

Ο Αλέκος Αραπάκης έπαιξε βιολί όταν γεννήθηκα, έπαιξε στον αρραβώνα μου, στο γάμο μου, αλλά και σε τόσα άλλα γλέντια μας και θα τον θυμάμαι έτσι, μια ζωή με το αγαπημένο του βιολί. Μια ζωή έδινε στον κόσμο την ομορφιά της τέχνης του, είχε γνήσια καλλιτεχνική φλέβα, που δεν βρίσκουμε στις μέρες μας. Είναι πολύ κρίμα που δεν υπάρχει τώρα συνέχεια αυτής της γενιάς των μεγάλων βιολιστών, όπως ήταν κι ο παππούς, ο Γιώργος Παύλου-Αραπάκης, που τον θυμάμαι κι αυτόν, αν και όχι πολύ καλά. Ήμουν μόνο 7 χρονών τότε που πέθανε ο παππούς, το 1965 περίπου.

Θα πρέπει ακόμα να αναφέρω και τη μεγάλη εκτίμηση που είχε ο κόσμος στα Ψαχνά και για τον παππού και για τον θείο. Αλλά κι ο θείος Αλέκος έτρεφε πάντα μια μεγάλη αγάπη για το χωριό που γεννήθηκε. Τα Ψαχνά τα είχε πάντα στο μυαλό και στην καρδιά του!".


Χρόνης Αηδονίδης:
"ΑΦΗΣΕ ΤΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ"
Όσον αφορά στην προσωπικότητα και την τέχνη του Αλέκου Αραπάκη, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά τα όσα μας είπε ο κορυφαίος ερμηνευτής του Δημοτικού μας τραγουδιού, κ. Χρόνης Αηδονίδης, ο οποίος είχε συνεργαστεί μαζί του για τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες:

"Ο Αλέκος υπήρξε από τους πρώτους συνεργάτες μου στην Αθήνα, λίγο μετά το 1960. Ήταν ένας άνθρωπος εξαιρετικός, με μεγάλη συνέπεια και ήθος, πολύ φιλότιμος και εργατικός, πάντα καλόβολος και γελαστός. Θυμάμαι, επίσης, με πόση υπομονή και πόση κατανόηση συμβούλευε τους νέους μουσικούς και πόση αγάπη είχαν κι αυτοί για τον Μπαρμπα-Αλέκο, όπως τον αποκαλούσαν. Εκτός από αυτά, όμως, διέθετε και χιούμορ. Ήταν συχνοί οι καλοκάγαθοι αστεϊσμοί του, κι όταν κάποιος νεαρός αργούσε ας πούμε στην πρόβα, δεν τον μάλωνε, αλλά του έλεγε τάχα σοβαρά: Α, εσύ ήρθες λίγο αργά, για να φύγεις και λιγάκι νωρίς! Και κάτι που δεν ξέρουν πολλοί είναι ότι ήταν και πολύ καλός τραγουδιστής. Τραγούδαγε, όμως, μόνο στις πρόβες και στα γλέντια, όχι παραέξω.

Στη δουλειά του ήταν υπόδειγμα, είχε τεράστια υπομονή και επιμονή. Ειδικά στα χορευτικά, ήταν περιζήτητος, γιατί εκεί είναι αυξημένες οι απαιτήσεις. Ελάχιστα βιολιά μπορούσαν να ανταπεξέλθουν και κάποια πολύ μεγάλα ονόματα απέφευγαν τα χορευτικά, γιατί δυσκολεύονταν. Εγώ προτιμούσα απ' όλους τον Αλέκο, γιατί είχε προσόντα που δεν είχαν οι άλλοι και εκτός από καλός μουσικός ήταν και σωστός στις πρόβες του. Πρώτος ερχόταν στις πρόβες και τελευταίος έφευγε.

Θα ήθελα να σταθώ και σε μια, κατά τη γνώμη μου, πολύ μεγάλη στιγμή, ένα σταθμό στην πορεία μας, θα έλεγα. Ήταν όταν κάναμε την πρώτη ανατολή της χιλιετίας στο ναό του Ποσειδώνα, στο Σούνιο. Τον θυμάμαι να παίζει στο πλάι μου, ανάμεσα στους αρχαίους κίονες, φορώντας το καβουράκι του. Και την ώρα που ερμηνεύαμε το 'Βασίλεψεν αυγερινός, γλυκοχαράζει η μέρα', εκείνη τη στιγμή έβγαινε κι ο ήλιος μέσα από το Αιγαίο. Αυτή η συναυλία κινηματογραφήθηκε σε σκηνοθεσία του Παντελή Βούλγαρη και αναμεταδόθηκε σε όλο τον κόσμο. Πολλές οι συγκινήσεις που ζήσαμε παρέα με τον Αλέκο…

Τελικά, το γεγονός είναι ότι ο Αλέκος Αραπάκης άφησε εποχή στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής, άφησε τη σφραγίδα του. Και δίκαια είχε προβληθεί περισσότερο από πολλούς άλλους από την κρατική τηλεόραση και το ραδιόφωνο επί τόσα χρόνια. Θα έπρεπε όμως να κάνει κάτι και η τοπική αυτοδιοίκηση εκεί στα Ψαχνά, για να τον τιμήσει. Θα μπορούσε να βγάλει έστω κάποιο έντυπο γι' αυτόν, να μάθει ο κόσμος ποιος ήταν ο Αλέκος Αραπάκης".


Γιώργος Παπαδάκης:
"Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΧΡΩΣΤΑΕΙ ΠΟΛΛΑ"
Ο διαπρεπής μουσικολόγος, συνθέτης και ερευνητής της παραδοσιακής μουσικής, κ. Γιώργος Παπαδάκης, έζησε από κοντά για αρκετά χρόνια τον Αλέκο Αραπάκη, τον οποίο εκτιμούσε απεριόριστα, τόσο ως μουσικό όσο και ως άνθρωπο. Πέντε ημέρες μετά το θάνατο του Αλέκου Αραπάκη, ο κ. Παπαδάκης δημοσίευσε στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" (17-1-2006) ένα εξαιρετικό άρθρο του με τίτλο "Αντίο σ' έναν μάστορα του παραδοσιακού βιολιού", μέσα από το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς, εκτός των άλλων, και το μέγεθος της προσφοράς του Αλέκου Αραπάκη στη μουσική μας παράδοση. Το κείμενο αυτό, μας διέθεσε ευγενικά ο κ. Παπαδάκης και το δημοσιεύουμε αυτούσιο (έχοντας μόνο αφαιρέσει από την πρώτη παράγραφο μερικά γνωστά βιογραφικά στοιχεία):

"Ο παλαίμαχος και φημισμένος εκπρόσωπος της τέχνης του παραδοσιακού βιολιού, Αλέκος Αραπάκης, ανήκε σε μια γενιά εμπειροτεχνών μουσικών που έδρασαν μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες σχετικά με την κατάκτηση και την άσκηση της τέχνης τους (…).

Οι βιογραφικές ωστόσο αναφορές πιστεύω ότι δεν είναι το μόνο που θα έπρεπε να αναφέρουμε τιμώντας τη μνήμη του. Ας μου επιτραπεί με την ευκαιρία αυτή να εντάξω τον μουσικό Αλέκο Αραπάκη σε ένα άλλο (σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου) πλαίσιο εντός του οποίου διακρίνεται νομίζω καλύτερα και αποτιμάται δικαιότερα η αξία του. Πιστεύω δηλαδή πως ο Αλέκος Αραπάκης είναι ένας από τους τεχνίτες εκείνους στους οποίους η Ελλάδα χρωστάει πολλά. Δεν είναι μάλιστα υπερβολή να πω ότι για το μέγεθος και την ποιότητα της οφειλής αυτής η πατρίς δεν έχει, δυστυχώς ακόμα, την πρέπουσα ιδέα.

Τον συνάντησα πριν από αρκετά χρόνια μελετώντας τους φορείς της μουσικής παράδοσης, τους τεχνίτες των οργάνων που κρατούσαν στα χέρια τους και την ψυχή τους το νήμα που συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Η συνεργασία μας, εντός και εκτός των επαγγελματικών πλαισίων, υπήρξε μια από τις γονιμότερες, μπορώ να πω, σχετικά με τις δικές μου τουλάχιστον αναζητήσεις. Η γνώση του, η εμπειρία του, η αυθεντικότητά του και κυρίως η προθυμία και η διαθεσιμότητά του στάθηκαν τόσο για μένα όσο και για πολλούς συνεργάτες του (νέους κυρίως) πολύτιμος οδηγός και δεξαμενή γνώσης σε ένα αντικείμενο εξαιρετικά σκοτεινό και δυσπρόσιτο.

Τα έργα της παραδοσιακής μουσικής ουδέποτε υπήρξαν αντικείμενα μουσειακά, όπως είναι για παράδειγμα ένα αρχαίο ανάγλυφο, ένας αμφορέας ή ο Παρθενώνας. Η καλλιτεχνική αξία των μουσειακών αντικειμένων αφορά και αναφέρεται σε μια «στιγμιαία» εικόνα της κοινωνίας, ενώ τα αντικείμενα των μουσικών τεχνών βρίσκονται σε διαρκή μεταβολή αφού πάντοτε υλοποιούνται από ζωντανούς ανθρώπους που ζουν και εκφράζουν την εποχή τους. Η μουσική παράδοση του τόπου μας, όπως μας την παρουσιάζουν οι προικισμένοι φορείς και τεχνίτες της, κρατώντας το νήμα της συνέχειας, αποτελεί ωστόσο μέρος του σημερινού και ζωντανού και όχι του απελθόντος λαϊκού πολιτισμού.

Η γενιά του Αλέκου Αραπάκη έχει ένα μοναδικό προνόμιο έναντι όλων των άλλων (και εκείνων που προηγήθηκαν και εκείνων που ακολούθησαν): είναι η πρώτη που είχε την ευκαιρία να καταγράψει την τέχνη της σε ηχογραφήσεις (κι έτσι να διασωθεί για πάντα) και η τελευταία που πέρασε τα δεινά μιας δύσκολης και επίπονης μαθητείας. Για τον λόγο αυτό, κάθε μουσικός της γενιάς αυτής είναι μοναδικός. Ένας από αυτούς τους λίγους ήταν και ο κύριος Αλέκος. Για τον λόγο αυτό, θα έλεγα πως κάθε λεπτομέρεια του παιξίματός του (που πλέον θα το ακούμε μόνο από ηχογραφήσεις), κάθε παλαιό κομμάτι που έχει καταγράψει, κάθε πληροφορία ή σχόλιο που έχει αφήσει κληρονομιά στους μαθητές του, αποτελεί ένα πολύτιμο υλικό. Εκείνο το σπουδαίο που είχε και έχει να μας πει δεν αφορά τον τύπο ή το γράμμα της παράδοσης, αλλά τον τρόπο που περνούσε αυτός ο τύπος, μέσα από τον εαυτό του ως μέλος μιας κοινότητας και ταυτόχρονα προικισμένος εκφραστής του κοινού της πνεύματος.

- Κύριε Αλέκο ή όπως έλεγαν πολλοί νεότεροι: «Μπαρμπα-Αλέκο», καλό ταξίδι".


ΓΙΑ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΑΡΑΠΑΚΗ
Είναι εύλογη η παρατήρηση και πρόταση του κ. Χρόνη Αηδονίδη σχετικά με το χρέος του Δήμου να εκδώσει ένα έντυπο για τον Αλέκο Αραπάκη. Δεν μένει, λοιπόν, παρά να μας ζητηθεί το ήδη επεξεργασμένο υλικό τούτου του αφιερώματος και θα το διαθέσουμε ευχαρίστως, για να γίνει μια αυτόνομη έκδοσή του. Εκτός αυτού, όμως, θα μπορούσε και άλλα να κάνει η τοπική αυτοδιοίκηση για τη μνήμη του Αλέκου Αραπάκη, από ονοματοθεσία σε οδό ή άλλο δημόσιο χώρο έως και προτομή ή ακόμη και διοργάνωση ετήσιων εκδηλώσεων παραδοσιακής μουσικής στα Ψαχνά και ίσως ενός Φεστιβάλ με το όνομά του.
"Παρρησία"

[Τεύχος 16, Μάιος 2011]


Δεν υπάρχουν σχόλια: